Η περίπτωση μιας νέας προσέγγισης της Εμπορικής Διασυνοριακής Διαμεσολάβησης

του Gabor Farkas

Η διαμεσολάβηση είναι μια αποδεδειγμένη μέθοδος Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών. Κάποιοι μάλιστα θεωρούν ότι θα πρέπει να θεωρείται η αποκλειστική και πραγματική μέθοδος Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα του άρθρου.

Με την Οδηγία 2008/52/ΕΚ, η οποία τέθηκε σε ισχύ πριν από 6 χρόνια, η διαμεσολάβηση ισχύει και εφαρμόζεται σε όλα τα κράτη της ΕΕ.

Στις περισσότερες χώρες, η Εμπορική Διαμεσολάβηση παραμένει μια εκούσια διαδικασία κατά την οποία τα μέρη μίας διαφοράς συμφωνούν να καταφύγουν στη διαμεσολάβηση, προκειμένου να επιλύσουν τη διαφορά τους. Ορισμένες χώρες έχουν εισάγει κίνητρα ή κυρώσεις για να εξασφαλίσουν τη χρήση της διαμεσολάβησης από τα μέρη πριν αυτά προσφύγουν στη δικαιοσύνη. Μέχρι στιγμής, μόνο δύο χώρες, η Ιταλία και η Τσεχία (Σημ. Μετ. τώρα πλέον και η Ελλάδα με τον ν. 4512/2018), απαιτούν μια πρώτη συνεδρίαση διαμεσολάβησης πριν επιληφθούν τα δικαστήρια.

Έχει διαπιστωθεί εδώ και καιρό ότι επιτυγχάνονται θεαματικά αποτελέσματα μέσω της διαμεσολάβησης. Σε ορισμένες χώρες, μέχρι και το 90% των διαφορών που υπάγονται σε διαμεσολάβηση έχουν θετική έκβαση. Επιπλέον, ακόμη και ο χρόνος επίλυσης μιας διαφωνίας είναι υπέρ της διαμεσολάβησης. Όταν, κατά μέσον όρο, σε ορισμένες χώρες χρειάζονται τουλάχιστον 450 ημέρες για την επίλυση μιας διαφοράς μέσω δικαστικών διαδικασιών, με το ένα ή και τα δύο μέρη να είναι σπάνια πλήρως ικανοποιημένα, η επίλυση της διαφοράς μέσω της διαμεσολάβησης ολοκληρώνεται κατά μέσο όρο 45 ημέρες. Σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, η διαμεσολάβηση κερδίζει την ικανοποίηση και των δύο πλευρών, που αποφάσισαν μόνοι τους το περιεχόμενο της τελικής συμφωνίας επίλυσης της διαφοράς.

Ωστόσο, όταν τα συμβαλλόμενα μέρη δεν είναι εγκατεστημένα στην ίδια χώρα, η διαδικασία πειθούς για συμμετοχή σε διαμεσολάβηση και σε δεύτερο επίπεδο η οργάνωση της, βρίσκονται στα όρια του εφικτού.

Οι έμπειροι διαμεσολαβητές καταγράφουν έναν αριθμό εμποδίων που πρέπει να υπερπηδηθεί προκειμένου να οργανωθεί μια διασυνοριακή διαμεσολάβηση. Καταρχάς, θα πρέπει να υπάρξει συμφωνία ως προς την ίδια την έννοια της διαμεσολάβησης, καθώς και την διαδικασία, η οποία ποικίλλει αρκετά από τη μια χώρα στην άλλη. Άλλα εμπόδια αφορούν δικαιοδοτικά και γλωσσικά ζητήματα. Επιπλέον, ένα ακόμη ερώτημα περιπλέκει την κατάσταση και αυτό είναι η επιλογή του ίδιου του διαμεσολαβητή.

Είναι δύσκολο να συμφωνήσουν τα μέρη για την επιλογή ενός ατόμου, ως διαμεσολαβητή. Αυτό συμβαίνει ειδικά, όταν οι ενδιαφερόμενοι προέρχονται από διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο και όταν χρησιμοποιούν γλώσσα που δεν θα χρησιμοποιούσαν για τη διαπραγμάτευση ευαίσθητων ζητημάτων. Τα ανωτέρω επιβαρύνονται από ασυντόνιστες διεθνείς νομοθεσίες και κανονισμούς. Η εξαίρετη μελέτη που εκδόθηκε το 2014 από τους Manon και Fred Schonewille με τίτλο «Το Ποικίλο Τοπίο της Διαμεσολάβησης» δίνει μια ολοκληρωμένη εικόνα της τρέχουσας κατάστασης των κανονισμών και των πρακτικών διαμεσολάβησης στην Ευρώπη και τον κόσμο.

Η ειρηνευτική διαδικασία διαμεσολάβησης ανάμεσα στα Κράτη αναγνωρίζει και σέβεται ζητήματα πολιτισμικής ευαισθησίας της κάθε πλευράς. Αντίθετα η εμπορική διαμεσολάβηση δεν έχει τέτοιες ευαισθησίες. Ή σε περίπτωση που υφίστανται τέτοιες ευαισθησίες, η επιλογή ενός μόνο διαμεσολαβητή δεν αντικατοπτρίζει επαρκώς αυτή την ανησυχία.

Όλοι οι διαμεσολαβητές, με τους οποίους έχουμε έρθει σε επικοινωνία, παραδέχονται τη σημασία της αναγνώρισης των ατομικών διαφορών της κάθε πλευράς. Αυτό είναι το κλειδί για την επιτυχία οποιασδήποτε διαμεσολάβησης, κάτι που είναι κατανοητό από όλους τους διαμεσολαβητές. Σε υποθέσεις που τα συμβαλλόμενα μέρη προέρχονται από διαφορετικά πολιτισμικά, οικονομικά και πολιτικά περιβάλλοντα, τέτοιου είδους διαφορές πρέπει να προσεγγίζονται με ακόμη μεγαλύτερο σεβασμό και ιδιαίτερη προσοχή στις διαφορετικές πραγματικότητες.

Στην οικογενειακή διαμεσολάβηση, η συνδιαμεσολάβηση εφαρμόζεται εδώ και αρκετό καιρό, συχνά με επιτυχία. Η Διακήρυξη του Βρότσλαβ σχετικά με τη Διαμεσολάβηση Διαφορών μεταξύ Ατόμων Διαφορετικών Εθνικοτήτων, που υπογράφηκε από Πολωνούς και Γερμανούς διαμεσολαβητές το 2007, επισημαίνει : «Οι διαμεσολαβητές πρέπει να έχουν την ίδια εθνική καταγωγή με κάθε μέρος στη διαμεσολάβηση. Για παράδειγμα, σε περίπτωση απαγωγής μεταξύ Γερμανίας-Πολωνίας, θα πρέπει να υπάρχει ένας διαμεσολαβητής από την Πολωνία και ένας από τη Γερμανία. Με αυτόν τον τρόπο, οι διαμεσολαβητές αντικατοπτρίζουν το διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο των γονέων».

Στην περίπτωση της οικογενειακής διαμεσολάβησης, αυτό έχει δικαιολογημένα μεγάλη σημασία, δεδομένου ότι τα παιδιά, συχνά η διαμεσολάβηση αφορά απαγωγή παιδιών, βρίσκονται στο επίκεντρο της διαφοράς. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα συναισθήματα είναι έντονα και οι διαμεσολαβητές πρέπει να σιγουρευτούν, ότι ο πόνος και η αγωνία των μερών μπορούν να εκφραστούν στη γλώσσα που τους είναι πιο οικεία. Οι διαμεσολαβητές πρέπει να είναι σε θέση να δημιουργήσουν επαφή με τα αντιτιθέμενα μέρη και να θέσουν την οπτική των μερών σε ένα πολιτισμικό πλαίσιο. Για τα μέρη, είναι απαραίτητη η ανάγκη να ακουστούν από κάποιον με τον οποίο μπορούν να συσχετιστούν και ο οποίος μπορεί να συσχετιστεί μαζί τους, χρησιμοποιώντας την οικεία μητρική τους γλώσσα. Η εμπειρία έχει δείξει, ότι αυτή η προσέγγιση έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να φέρει γρήγορα μία θετική έκβαση σε μια δραματική κατάσταση.

Στις διακρατικές εμπορικές και αστικές συγκρούσεις, τα συναισθήματα που εμπλέκονται δεν είναι παρεμφερή και η παραδοσιακή προσέγγιση της διαμεσολάβησης με τον ορισμό ενός μόνο διαμεσολαβητή συνήθως θεωρείται κατάλληλη. Ως εκ τούτου, η συνδιαμεσολάβηση σπάνια χρησιμοποιείται. Ενδεχομένως ο λόγος είναι ότι, στην περίπτωση των εμπορικών διαφορών, θεωρείται ότι πρέπει να χρησιμοποιείται μία κοινή γλώσσα από όλους, η λεγόμενη γλώσσα εργασίας.

Οι διαμεσολαβητές γνωρίζουν, ότι η επιχειρηματική ή οικονομική πλευρά μιας εμπορικής διαφοράς είναι συχνά δευτερεύουσα σε σχέση με όσα πραγματικά προβληματίζουν και ανησυχούν τα μέρη. Οι διαμεσολαβητές εκπαιδεύονται για να μπορούν να πείθουν τα μέρη να συζητήσουν τα ζητήματα που βρίσκονται στο επίκεντρο τη διαφοράς. Εάν δεν επιτευχθεί αυτός ο στόχος, η ποιότητα οποιασδήποτε συμφωνίας μπορεί να είναι επιφανειακή και στο μεγαλύτερο ποσοστό αβέβαιη η τήρησή της.

Προσωπικά, ως διαμεσολαβητής που θέλει να θέτει τον πήχη ακόμα πιο ψηλά, πιστεύω ότι εξ αρχής η διαμεσολάβηση θα πρέπει να θέτει πιο φιλόδοξους στόχους από την απλή επίλυση μιας διαφοράς. Θα πρέπει να στοχεύει να δώσει στα μέρη την ευκαιρία να αποκαταστήσουν την επικοινωνία μέσα σε ένα κλίμα αλληλοσεβασμού, όπου θα υπάρχει περιθώριο για μεγαλύτερη αλληλοκατανόηση. Έτσι επέρχεται η απαραίτητη ηρεμία και ανανεώνεται η σχέση που αποτελεί γόνιμο έδαφος για νέες ευκαιρίες.

Για την επίτευξη αυτού του στόχου, οι Ευρωπαίοι διαμεσολαβητές με τους οποίους ήρθαμε σε επικοινωνία συμφωνούν ότι η συνδιαμεσολάβηση θα ήταν επωφελής.

Η συνδιαμεσολάβηση, παρόλο που φαίνεται να είναι η ιδανική λύση, έχει όμως τις δικές της δυσκολίες.

Εάν δεχτούμε ,ότι τα μέρη μιας διασυνοριακής διαφοράς μπορούν να επιλέξουν έκαστος έναν διαμεσολαβητή κοντύτερα στη δική τους πολιτισμική και γλωσσική πραγματικότητα, τότε ενδεχόμενα να καταλήξουμε σε συνδιαμεσολαβητές με εντελώς διαφορετικό υπόβαθρο, συνηθισμένους σε διαφορετικές μεθοδολογίες που θα εφαρμόζουν διαφορετικούς κανόνες διαμεσολάβησης. Η επιλογή προσέγγισης μπορεί να αποτελέσει μια διαφορά από μόνη της και μπορεί να περιπλέξει την όλη διαδικασία. Επιπλέον, τα μέρη ενδεχόμενα να δουν τον ορισθέντα από αυτούς διαμεσολαβητή ως κάποιον που θα τους τους υποστηρίξει σε περίπτωση που η διαμεσολάβηση καθυστερήσει λόγω συζήτησης ενός συγκεκριμένου ζητήματος.

Προκειμένου να στεφθεί με επιτυχία η συνδιαμεσολάβηση, τα μέρη και οι διαμεσολαβητές πρέπει να μπορούν να συνεργαστούν έχοντας θέσει σαφή όρια, κανόνες και αρχές πριν ξεκινήσει η διαδικασία της διαμεσολάβησης. Δεν είναι απαραίτητες οι προκαταρκτικές διαπραγματεύσεις σχετικά με τους κανόνες της διαπραγμάτευσης. Μια βασική αρχή με την οποία όλοι πρέπει να συμφωνήσουν είναι ότι οι διαμεσολαβητές δεν είναι διαμεσολαβητές των μερών, είναι συνδιαμεσολαβητές της διαφοράς. Επιπλέον οι διεθνείς διαμεσολαβητές είναι εξοικειωμένοι με προκαθορισμένους κανόνες και μεθοδολογία, έτσι ώστε να απλοποιείται η οργάνωση μιας διασυνοριακής διαμεσολάβησης σε μεγάλο βαθμό. Οι προσεκτικά επιλεγμένοι διαμεσολαβητές εγγυώνται, εφόσον είναι ανάγκη, την εγκυρότητα της διαδικασίας στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες των κρατών των μερών.

Πριν από μερικές εβδομάδες, ξεκίνησε την δράση της μια νέα ΜΚΟ εν ονόματι Active Mediation, www.activemediation.org. Έχει συντάξει ένα σύνολο κανόνων και κανονισμών διαμεσολάβησης. Αυτοί είναι οι κανόνες βάσει των οποίων οι διεθνείς διαμεσολαβητές μπορούν να συνεργαστούν προκειμένου να συμμετάσχουν σε διασυνοριακές εμπορικές και πολιτικές συνεδρίες διαμεσολάβησης που αναγνωρίζονται σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη.

Αυτή η ΜΚΟ εδρεύει στη Γενεύη και αποκτά γρήγορα αναγνώριση και δυναμική. Η ΜΚΟ αποτελεί μία ομάδα προβληματισμού για ιδέες που απευθύνονται σε έμπειρους Διαμεσολαβητές από ολόκληρη την Ευρώπη. Καλούνται να συμμετάσχουν στην ΜΚΟ για να συμβάλουν στη βελτίωση της διασυνοριακής διαμεσολάβησης. Μπορούν να συμβάλλουν προτείνοντας προσθήκες, αλλαγές ή διατάξεις στο συντεταγμένο σύνολο κανόνων και κανονισμών. Οι ολοκληρωμένοι κανόνες θα υιοθετηθούν κατά την πρώτη Γενική Συνέλευση των ΜΚΟ μέσα στο δεύτερο εξάμηνο του 2018. Σύντομα, η διασυνοριακή διαμεσολάβηση σύμφωνα με αυτούς τους νέους κανόνες θα γίνει πραγματικότητα είτε υπό την αιγίδα της Active Mediation είτε άλλων Κέντρων.

Η Active Mediation προσφέρει μια νέα προσέγγιση στη διεθνική διαμεσολάβηση, παρέχοντας στους Ευρωπαίους διαμεσολαβητές τη δυνατότητα να καθορίζουν από κοινού τους κανόνες και τους κανονισμούς που θα παράσχουν ένα σαφές πλαίσιο για διασυνοριακές περιπτώσεις συνδιαμεσολάβησης. Η Active Mediation φιλοδοξεί επίσης να αποτελέσει πλατφόρμα ιδεών που θα συμβάλουν στην περαιτέρω ανάπτυξη και εφαρμογή πολιτικών που θα επιτρέπουν καλύτερες συντονισμένες προσπάθειες ευρωπαϊκής, διακρατικής, εμπορικής και αστικής διαμεσολάβησης.

Σε έναν κόσμο όπου το διεθνές εμπόριο και οι πολιτισμικές ανταλλαγές εξελίσσονται συνεχώς, οι διαφορές είναι αναπόφευκτες. Η επίλυση αυτών των διακρατικών διαφορών μέσω δικαστικών διαδικασιών είναι οδυνηρά χρονοβόρα, δαπανηρή και παράγει κατά κύριο λόγο αβέβαια και μη ικανοποιητικά αποτελέσματα. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάγκη για αποτελεσματική διαμεσολάβηση συνεχίζει να αυξάνεται. Εάν θέλουμε να βοηθήσουμε τα συμβαλλόμενα μέρη, πρέπει να έχουμε επίγνωση των αναγκών τους. Η συνδιαμεσολάβηση από Ευρωπαίους διαμεσολαβητές, οι οποίοι συνεργάζονται μεταξύ τους σύμφωνα με διεθνείς κανόνες και κανονισμούς που οι ίδιοι συνέβαλλαν στον καθορισμό τους, είναι ένα σημαντικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Σας καλούμε να συμμετάσχετε στην Active Mediation για να υποστηρίξετε αυτή την πρωτοβουλία συμβάλλοντας με την εμπειρία και την προοπτική σας.

Μετάφραση: Δήμητρα Μουρελάτου